Preloader

Πώς τον λεν, πώς τον λεν τον ποταμό;

Ιλισσός. Η φυσική του πορεία στην σύγχρονη Αθήνα

Ο Ιλισσός ήταν, είναι και θα είναι το ιερό ποτάμι των Αθηνών. Συνδεδεμένο από παλιά με χώρους αναψυχής, λατρείας και μυστηρίων είναι ένα ποτάμι φορτωμένο ιστορίες και κυρίως μύθους. Είναι ίσως το μοναδικό ποτάμι παγκοσμίως που έχει γραφτεί με όλους τους δυνατούς γλωσσικούς τρόπους και δεν μπορούμε να πούμε για κανέναν από αυτούς ότι είναι λάθος. Στις πηγές και στις αρχαίες επιγραφές το συναντάμε με τις εξής παραλλαγές:

Ιλισό // Ιλισσό // Ειλισσό // Ηιλισό

Ο Ιλισσός λοιπόν, είναι ένας από τους τρεις ποταμούς των Αθηνών, Κηφισός και Ηριδανός οι άλλοι δύο. Δυστυχώς και οι τρεις είχαν την ίδια τύχη. Να καταλήξουν να γίνουν αγωγοί ομβρίων σε μια γκρίζα Αθήνα και σε ένα λεκανοπέδιο με ελάχιστες εναπομείνασες φυσικές εκτάσεις. Στο παρόν άρθρο παρουσιάζουμε την πορεία της φυσικής κοίτης του Ιλισσού πάνω στην σύγχρονη Αθήνα, με την ευχή πάντα να τον δούμε και πάλι στο φως. Μια ευχή πραγματικά δύσκολη στην εφαρμογή της όχι για τεχνικούς ή οικονομικούς λόγους, αλλά κυρίως λόγω του ότι αυτό που χρειάζεται κυρίως να αλλάξει είναι ο τρόπος σκέψης μας και η συνείδηση μας σε σχέση με τον αστικό χώρο, που είναι άλλωστε και το πιο δύσκολο. Να αλλάξεις τα μυαλά των ανθρώπων.

Ο Ιλισσός και η φυσική του πορεία

Ο Ιλισσός πηγάζει από τις βορειοδυτικές πλαγιές του Υμηττού και διερχόμενος με νοτιοανατολική διεύθυνση το λεκανοπέδιο καταλήγει σήμερα στο Φαληρικό όρμο. Στην πορεία του αυτή περνάει μέσα από 10 Δήμους – Δημοτικές Ενότητες τους οποίους αυτοαποκαλούμε Ιλισσιακούς και ελπίζουμε μια μέρα στην φυσική και πολιτιστική ενοποίηση τους, με άξονα αναφοράς τον Ιλισσό.

Οι Ιλισσιακοί Δήμοι είναι: – Χολαργός – Παπάγου – Ζωγράφου – Καισαριανή – Βύρωνας – Αθήναι – Καλλιθέα – Ταύρος – Μοσχάτο – Αγ. Ιωάννης Ρέντη.

Οι Πηγές του Ιλισσού

Ο Ιλισσός είναι το ποτάμι που συγκεντρώνει όλα τα ύδατα των Βορειοδυτικών υπωρειών του Υμηττού. Από το ύψος του Χολαργού ξεκινάει ο πρώτος κλάδος και με σειρά συναντούμε τους κλάδους του Παπάγου, τους κλάδους του Ζωγράφου, τον κλάδο της Καισαριανής και τέλος του Βύρωνα.

Η φυσική κοίτη και οι εκβολές του ποταμού

Ο Ιλισσός από την αρχαιότητα μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα, είχε την ίδια κοίτη και την ίδια συμπεριφορά σε σχέση με την ένταση της ροής του. Έντονη και συνεχή ροή τον χειμώνα, άνυδρος ή με ελάχιστη επιφανειακή ροή το καλοκαίρι. Η υδρολογική λεκάνη τώρα του ποταμού, η Αττική γη, σαν περιοχή είναι γενικά μια άνυδρη περιοχή. Οι περιοδικές βροχοπτώσεις, που συμβαίνουν κατά κύριο λόγο τον χειμώνα, γεμίζουν με νερό τα ρέματα και τους χειμάρρους – ποτάμια της (Κηφισό, Ιλισσό, Ηριδανό). Τόσο ο Κηφισός όσο και ο Ιλισσός, παλαιότερα, πριν την διευθέτηση τους, εκβάλανε τα νερά τους στον αποκαλούμενο “Μέγα Ελαιών” χωρίς το νερό τους να φτάνει την θάλασσα. Σε περιπτώσεις όπου η νεροποντή ήταν ισχυρότερη τόσο ο Κηφισός όσο και ο Ιλισσός πλημμύριζαν, κυρίως τον Ελαιώνα, μεταβάλλοντας τον σε ένα τεράστιο τέλμα.

Ο Ιλισσός λοιπόν δεν είχε ξεχωριστή εκβολή στο Φαληρικό όρμο, όπως συμβαίνει τώρα, αλλά συνέβαλε µε τον Κηφισό στην σημερινή περιοχή του Ρέντη. Τα νερά των εκβολών των δύο ποταμών σκορπίζονταν στη χαμηλή περιοχή Ρέντη – Μοσχάτου – Νέου Φαλήρου και αυτά τα νερά ενωμένα πλέον ξεχύνονταν στον Φαληρικό όρμο με αβαθείς κοίτες και με σειρά γεφυριών για την διάβαση τους στις εκεί παραλιακές θίνες (χάρτης 1), δημιουργώντας το περίφημο δέλτα.

Χάρτης 1: Χάρτης του λεκανοπεδίου του 1784 όπου φαίνονται οι κοινές εκβολές του Κηφισού και του Ιλισσού στην περιοχή του Ελαιώνα και του Ρέντη

Ο άνω χάρτης είναι του Jean Denis Barbie du Bocage. Ο Jean Denis Barbie du Bocage (1760 – 1825) και ο γιος του Jean-Guillaume Barbie du Bocage (1795 – 1848) ήταν Γάλλοι χαρτογράφοι και κοσμογράφοι που δραστηριοποιήθηκαν στο Παρίσι στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα. Αυτοί οι χάρτες, συντάχθηκαν από τον Barbie de Bocage για δημοσίευση στον τόμο των ατλάντων που επισυνάπτεται στο βιβλίο του Jean Jacques Barthelemy: Τα Ταξίδια του Ανάχαρση του Νεώτερου στην Ελλάδα και εκδόθηκε το 1788.

Ο Ιλισσός ποταμός και η σχέση του με την πόλη, στην μετά την επανάσταση του 1821 εποχή.

Αι Αθήναι και ο σχεδιασμός της πόλεως

Ως γνωστόν, η τουρκική φρουρά αποχώρησε οριστικά από το φρούριο της Ακροπόλεως την 31η Μαρτίου 1833. Στο διάστημα που προηγήθηκε, ιδιαίτερα κατά την τριετία 1830-1833, δεν διαδραματίστηκαν σοβαρά πολεμικά γεγονότα στην περιοχή. Αυτό, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι τα Πρωτόκολλα της Ανεξαρτησίας προέβλεπαν ασυζητητί την απελευθέρωση της Αθήνας, επέτρεψε τη βαθμιαία αναγέννηση της Πόλης.

Σχέδιο Κλεάνθη – Schaubert

Τον Νοέμβριο του 1831 οι αρχιτέκτονες Σταμάτης Κλεάνθης και Eduard Schaubert, μαθητές του σημαντικότερου ίσως Γερμανού νεοκλασικού αρχιτέκτονα Karl Friedrich Schinkel, εγκαθίστανται στην Αθήνα, όπου βάζουν μπρος το έργο της συστηματικής τοπογράφησης της πόλης και στη συνέχεια συντάσσουν την πολεοδομική τους πρόταση, εν όψει της πιθανής εγκατάστασης εκεί της πρωτεύουσας του νεοπαγούς κράτους. Πράγματι, τον Μάιο του 1832, η μετακαποδιστριακή Προσωρινή Κυβέρνηση τους αναθέτει την εκπόνηση του Νέου Σχεδίου της Πόλεως των Αθηνών, ανεξαρτήτως του εάν θα γίνει ή όχι πρωτεύουσα. Το σχέδιο συντάσσεται και υποβάλλεται τον Δεκέμβριο του 1832 και στις 29 Ιουνίου 1833 εγκρίνεται από την Αντιβασιλεία, που είχε εν τω μεταξύ αναλάβει τα ηνία του Κράτους, και επικυρώνεται με Βασιλικό Διάταγμα στις 6 Ιουλίου του ιδίου έτους. (χάρτης 2)

Ως το τέλος του χρόνου είχε αρχίσει η εφαρμογή του. Μόλις όμως χαράχθηκαν οι γραμμές του επί του εδάφους, και έγιναν με υλικό τρόπο αντιληπτές οι εκτάσεις που θα απαλλοτριώνονταν για την ανέγερση των δημοσίων κτιρίων, τη διαμόρφωση των πάρκων και του οδικού δικτύου, καθώς και για τις αρχαιολογικές ανασκαφές, ξέσπασε κύμα διαμαρτυριών από μέρους των ιδιοκτητών, ενώ εκτοξεύθηκαν και κατηγορίες για κερδοσκοπία. Τον Μάιο του 1834 ο εκ των Αντιβασιλέων Maurer επισκέφθηκε την πόλη για να μελετήσει επί τόπου την κατάσταση. Η κατακραυγή της οποίας έγινε μάρτυρας, οδήγησε την Αντιβασιλεία να διατάξει την αναστολή της εφαρμογής του σχεδίου στις 11 Ιουνίου 1834.

Σχέδιο Klenze

Στη συνέχεια μετακλήθηκε ο διάσημος τότε Βαυαρός αρχιτέκτονας Leo von Klenze για να εξετάσει το όλο ζήτημα. Η επίσκεψη του Klenze βάστηξε από τον Ιούλιο ώς τον Σεπτέμβριο του 1834 και κατέληξε στην εκπόνηση ενός Νέου Σχεδίου, ή μάλλον μιας αναθεώρησης του αρχικού. Κύρια χαρακτηριστικά του ήσαν:

✔η μείωση της συνολικής έκτασης της πόλης
✔η μερική μείωση της έκτασης του χώρου των ανασκαφών, με όριο την οδό Αδριανού
✔ο περιορισμός του πλάτους των δρόμων και της επιφάνειας των πλατειών, καθώς και
✔η κατάργηση των εντός της πόλης λεωφόρων,
✔η περιστολή του φαινομένου της κατάτμησης της Παλαιάς Πόλης (αντί της χάραξης πλήθους νέων δρόμων, προτάθηκε η διευθέτηση των παλαιών δρομίσκων, με ελαφρές διαπλατύνσεις και ευθυγραμμίσεις εδώ και εκεί) και, τέλος,
✔η μεταφορά των Ανακτόρων και συνεπώς όλου του διοικητικού κέντρου βάρους της πόλης από την πλατεία Ομονοίας στα υψώματα του Κεραμεικού.

Το Σχέδιο Klenze εγκρίθηκε στις 18 Σεπτεμβρίου του 1834, ενώ ταυτόχρονα οριζόταν ότι την 1η Δεκεμβρίου, δηλαδή σε λιγότερο από δυόμισι μήνες, θα μεταφερόταν στην Αθήνα από το Ναύπλιο η έδρα του Κράτους. Το σχέδιο τέθηκε ευθύς αμέσως σε εφαρμογή. Οι τροποποιήσεις του Klenze περιόρισαν τις δυσχέρειες, χωρίς όμως και να τις εξαλείψουν. Η έναρξη των κατεδαφίσεων για τη διάνοιξη, καταρχήν, των νέων οδών Αιόλου, Ερμού και Αθηνάς, προσέκρουσε στις αντιδράσεις των κατοίκων, προς τους οποίους η Κυβέρνηση δεν είχε παραχωρήσει νέα οικόπεδα σε άλλη θέση, κατά τα συμφωνημένα. Οι εργασίες διακόπηκαν πολλές φορές, για να συνεχιστούν με αστυνομική συνδρομή, και υπό τις διαμαρτυρίες της ίδιας της Δημοτικής Αρχής.

Προ της αδυναμίας της Κυβέρνησης να στηρίξει οικονομικά τις προβλεπόμενες απαλλοτριώσεις αποφασίστηκε, στις 11 Νοεμβρίου 1836, νέα μείωση του αρχαιολογικού χώρου, γνωστή ως τροποποίηση Hansen-Schauber. Άλλες τροποποιήσεις μικρότερης κλίμακας ακολούθησαν σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα.

Το ζήτημα των ανακτόρων

Παράλληλα, παρέμενε εκκρεμές το ζήτημα των Ανακτόρων. Εξετάστηκε προς στιγμήν και το ενδεχόμενο ανέγερσής τους πάνω στην ίδια την Ακρόπολη, βάσει σχεδίων του Schinkel, η ιδέα όμως κατακρίθηκε και από τον ίδιο τον Λουδοβίκο της Βαυαρίας. Τελικώς μετακλήθηκε ο διαπρεπής βαυαρός Friedrich von Gaertner, με αποκλειστικό αντικείμενο τα Ανάκτορα. Ο Gaertner κατέληξε στην επιλογή του αυχένος μεταξύ Λυκαβηττού και Ακροπόλεως, έξω από τη Μεσογαία Πύλη του τείχους, και συνέταξε τα σχετικά σχέδια για την ανέγερση των Ανακτόρων, εκεί όπου και τελικώς κτίστηκαν (σημερινή Βουλή), με ανάλογη διευθέτηση και του περιβάλλοντος χώρου. Περιορισμένες ρυμοτομικές μεταρρυθμίσεις στην περιοχή των Ανακτόρων επήλθαν και το 1837, με το λεγόμενο σχέδιο Hoch.

Συνέπειες

Πρακτική συνέπεια των αλλεπαλλήλων αυτών αλλαγών ήταν:

– αφενός η διατήρηση μεγάλου τμήματος της Παλαιάς Πόλης, και ως εκ τούτου η καθυστέρηση της προβλεπόμενης επέκτασης της πρωτεύουσας προς τα νέα της όρια, και
– αφετέρου ο αναπροσανατολισμός της Πόλης προς το τελικό σημείο ανέγερσης των Ανακτόρων, με αξιοδότηση συνεπώς του προς ανατολάς του άξονος της οδού Αθηνάς τμήματος.

Η αξιοδότηση αυτή εκφράζεται, λόγου χάριν, με την δυσανάλογη ανάπτυξη της Σταδίου (και στη συνέχεια της Πανεπιστήμιου) εν σχέσει προς την Πειραιώς, της πλατείας Κλαυθμώνος εν σχέσει προς την πλατεία Κουμουνδούρου, κ.ο.κ. Η Αθήνα άργησε να επεκταθεί στο σύνολο της προβλεπόμενης από τα σχέδια έκτασης. Πράγματι, επί δεκαετίες τα όρια της παρέμεναν ουσιαστικά εκείνα της παλιάς πόλης. Είναι ενδιαφέρον να συνειδητοποιήσουμε ότι περιοχές που είναι σήμερα το κέντρο της πόλης, όπως η ίδια η Ομόνοια και όλη η βόρεια πλευρά της Πειραιώς, παρέμειναν σχεδόν έρημες ώς τα 1870-1880. Το 1855, λόγου χάριν, όχι μόνον η Ομόνοια ήταν ακόμη τελείως άκτιστη, αλλά και γενικότερα όλη η περιοχή βορείως της Σοφοκλέους.

Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν ο Ιλισσός, που από την αρχαιότητα μέχρι τότε ήταν ένα ποτάμι εκτός πόλεως, να αρχίζει να εντάσσεται σιγά σιγά εντός των ορίων της αναπτυσσόμενης, προς Ανατολάς κυρίως, πρωτεύουσας και πλέον οι περιοδικές του πλημμύρες να γίνονται εκτός από αισθητές και καταστροφικές.

Οι Γερμανοί του Όθωνα στην Αθήνα

Ο Ferdinand Aldenhoven, αξιωματικός του πεζικού, τοπογράφος και μηχανικός από την Κολονία, πρέπει να έφθασε στην Ελλάδα μαζί με τον Όθωνα και τη βαυαρική ακολουθία του και να παρέμεινε για δέκα περίπου χρόνια. Τύπωσε στο Μόναχο μία τοπογραφική κάτοψη της Αθήνας σε χάραξη του A. Forster (1837). Στον χάρτη που συνέταξε λίγο μετά την απελευθέρωση, ο Ιλισσός παραμένει εκτός πόλεως και έχουν χωροθετηθεί τα νέα ανάκτορα (σημερινή Βουλή). Είναι η εποχή όπου η επέκταση της πόλεως προς την Ανατολή, δηλαδή προς τον Ιλισσό (χάρτης 4) ξεκινάει.

Χάρτης 4. Σχέδιο των Αθηνών του Aldenhoven (1837)

Πενήντα χρόνια αργότερα ένας άλλος Γερμανός χαρτογράφησε ολόκληρη την Αττική, ο Γιόχαν Άουγκουστ Κάουπερτ. Ο Johann August Kaupert γεννήθηκε στο Κάσελ της Γερμανίας στις 9 Μαΐου 1822 του κρατιδίου της Έσσης της τότε Γερμανικής Ομοσπονδιακής Αυτοκρατορίας. Σπούδασε κι εργάστηκε ως τοπογράφος και από 1869 ως χαρτογράφος στο γενικό επιτελείο του πρωσικού στρατού, όπου και συνέβαλε σημαντικά στην δημιουργία των χαρτών κλίμακας 1:25.000 και 1:100.000 του γενικού επιτελείου.

Από το 1875 έως το 1877 συνόδευσε τον Γερμανό αρχαιολόγο Ernst Curtious (Ερνστ Κούρτιους) ως μέλος της αποστολής του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου στην Ελλάδα σε συνεργασία με το Αυτοκρατορικό Πρωσικό Υπουργείο Εκκλησιαστικών, Εκπαιδευτικών και Ιατρικών Υποθέσεων, για την τοπογράφηση και χαρτογράφηση της Αθήνας και της Αττικής.

Η συνεργασία του με τον Κούρτιους το 1878 οδήγησε στην έκδοση του έργου Atlas of Athens, και αργότερα το μνημειώδες Karten von Attica – Χάρτες της Αττικής (1881-1903) όπου συμμετείχε ο επίσης Γερμανός αρχαιολόγος Άρτουρ Μιλχόφερ (Arthur Milchhoefer), έργο που ολοκληρώθηκε μετά το θάνατό του στις 11 Φεβρουαρίου 1899 και αποτελεί ανεκτίμητο τεκμήριο τοπιογραφίας και αρχαιολογίας για την αττική γη. Το έργο Karten von Attica εκδόθηκε από τον Reimer B., και η εκτύπωσή του έγινε από το γερμανικό λιθογραφείο Korbeweit στο Βερολίνο. Ο Κάουπερτ βραβεύτηκε το 1889 από το πανεπιστήμιο του Στρασβούργου με τιμητικό διδακτορικό τίτλο.

Στο χάρτη της Αττικής του Κάουπερτ (χάρτης 5) η πόλη έχει αρχίσει να πλησιάζει αισθητά τον Ιλισσό. Μέσα στον κόκκινο κύκλο κάτω και αριστερά σημειώνουμε την περιοχή της μελέτης η οποία παραμένει ακόμα καθαρά γεωργική.

Χάρτης 5. Σχέδιο των Αθηνών του Κάουπερτ (1881)

Βρισκόμαστε πλέον στα τέλη του 19ου αιώνα σε μια Ελλάδα και μια Αθήνα που ακόμα προσπαθεί να βρει ταυτότητα μέσα από την επίλυση χρόνιων προβλημάτων τόσο πολιτικών όσο και τεχνικών. Στα πολιτικά πράγματα της χώρας κυριαρχεί η πολιτική προσωπικότητα του Χαρίλαου Τρικούπη.

Η εποχή του Χαρίλαου Τρικούπη

Με την κυβέρνηση που συγκρότησε το Μάρτιο του 1882 αναδιοργάνωσε την αστυνομία, την αγροφυλακή και τη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Θέσπισε νόμους για προσόντα, μονιμότητα και προαγωγή δημοσίων υπαλλήλων. Αποφάσισε την αποξήρανση της λίμνης Κωπαΐδας και τη δημιουργία σιδηροδρομικού δικτύου. Είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ το 1882 υπήρχαν σε λειτουργία μόνο 9 περίπου χιλιόμετρα σιδηροδρομικής γραμμής που συνέδεαν την Αθήνα (Θησείο) με το επίνειό της, τον Πειραιά, το 1893 λειτουργούσαν 914 χιλιόμετρα σιδηροδρομικών γραμμών και άλλα 490 ήταν υπό κατασκευή. Για τη χρηματοδότηση των έργων πήρε δύο μεγάλα δάνεια και επέβαλε φορολογία στον καπνό και το κρασί. Η διάνοιξη της Διώρυγας της Κορίνθου επετεύχθη χάρη στον Τρικούπη, ο οποίος επιδίωξε έναν ιδιαίτερα αισιόδοξο εκσυγχρονισμό, ο οποίος παρουσίασε πάντως προβλήματα, καθώς οι αλλαγές δε βρήκαν πρόσφορο έδαφος λόγω της προβληματικής ελληνικής οικονομίας και του συντηρητικού πνεύματος της εποχής. Χαρακτηριστικός πολιτικάντης αντίπαλος στην εποχή του ήταν ο Τσελεπίτσαρης που διοργάνωνε πορείες με συνθήματα εναντίον του Τρικούπη.

Χαρακτηριστικό της προοδευτικότητάς του είναι το παράτολμο, για την εποχή του, όραμά του για τη ζεύξη του στενού Ρίου-Αντιρρίου, ιδέα που υλοποιήθηκε πάνω από έναν αιώνα αργότερα, το 2004, με την κατασκευή της Γέφυρας Ρίου-Αντιρρίου, στην οποία δόθηκε το όνομά του στις 25 Μαΐου 2007.

Γενικότερα, η δράση του Χαριλάου Τρικούπη στην Ελλάδα θεωρείται από τις πιο καθοριστικές για τη μετάβαση της χώρας στον 20ό αιώνα. Το έργο του προκάλεσε πολλές φορές διχογνωμίες και αντιδράσεις την εποχή εκείνη, όμως τα αποτελέσματά του σε πολλές περιπτώσεις είναι ορατά ακόμα και στη μεταγενέστερη και σύγχρονη Ελλάδα.

Με χρονική αφετηρία λοιπόν τις Κυβερνήσεις του Χαρίλαου Τρικούπη, όπως διαπιστώνουμε, ξεκινούν να εκπονούνται μελέτες για διάφορα τεχνικά έργα στην Ελλάδα μεταξύ αυτών και για την διευθέτηση του Ιλισσού ποταμού.

Την ίδια εποχή, στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα, με αφορμή τις καταστροφικές πλημμύρες του Κηφισού και του Ιλισσού, μεταξύ άλλων, ο καθηγητής και πρύτανης του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, Άγγελος Γκίνης, μελέτησε τη δυνατότητα του διαχωρισμού των δύο ποταμών, δηλαδή τη δημιουργία νέας και ιδιαίτερης κοίτης για τον Ιλισό ώστε να εκβάλει στο Φαληρικό όρμο. Με τον τρόπο αυτό θα ανακουφιζόταν ο Κηφισός στις μεγάλες καταιγίδες και ο κίνδυνος πλημμύρας του Ελαιώνα θα μειωνόταν αισθητά.

Ο Άγγελος Γκίνης (1859-1928) ήταν Έλληνας πολιτικός μηχανικός, καθηγητής της γεφυροποιίας, των λιμενικών και των υδραυλικών έργων στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, και Ακαδημαϊκός. Γεννήθηκε στις Σπέτσες. Σπούδασε στο Πολυτεχνείο της Δρέσδης και από το 1912 κατείχε διευθυντική θέση στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο (διευθυντής της Σχολής Πολιτικών Μηχανικών, το αντίστοιχο του σημερινού πρύτανη), από την οποία συνέβαλε στην πρόοδο και στην ανάπτυξή του. Οι προσπάθειές του είχαν ως αποτέλεσµα τη δηµοσίευση του τόµου 388/1914, µε το πρώτο άρθρο του οποίου το Πολυτεχνείο ονοµάστηκε «Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο», µε ίδρυση νέων σχολών, αναδιοργάνωση των µαθηµάτων και την έκδοση κανονισµού λειτουργίας. Ο Γκίνης συνέταξε πολλές μελέτες δημόσιων έργων και τις μελέτες όλων σχεδόν των λιμένων της Ελλάδας. Συνέγραψε πανεπιστημιακά συγγράμματα, όπως Οδοποιία, Γραφική στατική, Λιμενικά έργα και άλλα. Απεβίωσε στην Αθήνα σε ηλικία 69 ετών.

Ήταν ένας από τους 39 πρώτους στην ιστορία Έλληνες Ακαδημαϊκούς, τακτικά μέλη της Ακαδημίας Αθηνών, που δεν εκλέχθηκαν αλλά διορίσθηκαν με τη συντακτική πράξη ιδρύσεως της Ακαδημίας, το 1926. Το «Κτίριο Γκίνη» του κεντρικού συγκροτήματος του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, επί της οδού Στουρνάρη, που κατασκευάσθηκε μεταξύ των ετών 1930 και 1935, ονομάσθηκε έτσι στη μνήμη του.

Επιστρέφοντας τώρα στα τέλη του 19ου αιώνα, διάσημες έχουν μείνει δυο πλημμύρες της εποχής που αξίζει να σταθούμε λίγο σε αυτές:

– η πλημμύρα του Αγίου Φιλίππου (1896) και
– η πλημμύρα του 1899.

Ως πλημμύρα του Αγίου Φιλίππου έμεινε στην ιστορία η θεομηνία που έπληξε την Αθήνα και τον Πειραιά την Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 1896, ανήμερα της εορτής του Αποστόλου Φιλίππου, προκαλώντας τον θάνατο πολλών ανθρώπων και τεράστιες υλικές καταστροφές. Η πλημμύρα του 1899 έγινε στις 18 Νοεμβρίου.

Η απόφαση για την εκτροπή του Ιλισσού

Όπως καταλαβαίνουμε μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα, η ανάγκη για επίλυση του θέματος των πλημμυρών των χειμάρρων της Αττικής ήταν επιτακτική και η μελέτη του Γκίνη τελικώς εγκρίθηκε. Ο Ιλισσός αποφασίστηκε να αποκτήσει νέα κοίτη με εκβολή στο Φαληρικό όρμο.

Ο διαχωρισμός άρχισε από την οδό Ευαγγελιστρίας (το ίδιο όνομα έχει η οδός και σήμερα) στην Καλλιθέα, 260 περίπου μέτρα πριν από την γέφυρα της οδού Χαροκόπου και 200 περίπου μέτρα πριν την τρίτοξη γέφυρα του Η.Σ.Α.Π. (Εικόνα 3). Η εφαρμογή της μελέτης αυτής έγινε γύρω στο 1905. Το μήκος της νέας κοίτης του Ιλισσού ήταν περίπου 3.200 μέτρα. Ο Ιλισσός από τότε και μέχρι σήμερα εκβάλει τα νερά του στον Φαληρικό όρμο και η νέα αυτή κοίτη αποτελεί και το φυσικό σύνορο μεταξύ Καλλιθέας και Μοσχάτου.

Η απόφαση για την υπογειοποίηση του Ιλισσού

Στην συνέχεια δύο καθοριστικοί παράγοντες οδήγησαν τα πράγματα στην τελική απόφαση έγκρισης και υλοποίησης της υπογειοποίησης του Ιλισσού. Αφενός η τεράστια αύξηση του πληθυσμού την δεκαετία του ’20 λόγω της έλευσης των Μικρασιατών προσφύγων και η εγγύτητα πολλών νέων κτισμάτων στον Ιλισσό και αφετέρου οι συνθήκες υγιεινής δίπλα στο ποτάμι εφόσον λειτουργούσε ως χώρος απόρριψης ακαθάρτων. Η υποβάθμιση αυτή σε συνδυασμό με τις πλημμύρες του που πλέον ήταν αρκετά αισθητές στους παραρρεμμάτιους κατοίκους ωρίμασαν την κοινή γνώμη να δεχτεί με θετική ανταπόκριση την υπογειοποίηση του, χωρίς ωστόσο να λείπουν και οι αντιδράσεις από ελάχιστους αλλά φωτισμένους ανθρώπους.

Ταυτόχρονα τα εκάστοτε πολεοδομικά σχέδια είχαν ήδη προβλέψει τη μετατροπή της κοίτης σε οδικούς άξονες, για λόγους πολεοδομικής συνέχειας. Αφορμή για αυτή τη σκέψη αποτέλεσε η επεκτατική δράση των κατοίκων, οι οποίοι είχαν χτίσει παραπήγματα έως και μέσα στην κοίτη, καθώς και ένα μεγάλο αριθμό γεφυρών, που μαρτυρούσε για τον πολεοδόμο της εποχής μεγάλη συχνότητα κίνησης και συνεπώς ανάγκη εξάλειψης του ορίου. Ένας ακόμη λόγος στον οποίο αποδίδεται η δημιουργία κλειστού αγωγού εξαρχής για ένα μεγάλο μέρος του ρέματος είναι το οικονομικό συμφέρον της λύσης αυτής, καθώς η σχετικά μικρή «μέγιστη παροχή» του υπόψιν τμήματος δε δικαιολογούσε την κατασκευή μιας λίαν δαπανηρής ανοιχτής διατομής.

Η αστικοποίηση που ακολούθησε οδήγησε ωστόσο στην καθολική αλλοίωση της φύσης του ποταμού, μέσω της διευθέτησης του σε τσιμεντένιο αγωγό και της σταδιακής κάλυψής του από οδικούς άξονες. Το παραπάνω έργο συνδέεται άμεσα με την κατασκευή του αποχετευτικού δικτύου της Αθήνας, που είχε γίνει αντικείμενο συζήτησης ήδη από το 1887. Η τελική μελέτη δόθηκε το 1931 στον Ιταλό μηχανικό Fantoli και η κατασκευή των έργων ξεκίνησε από την περιοχή της Σχολής Χωροφυλακής (οδός Μιχαλακοπούλου) το 1936. Κατά τη διάρκεια του Β ́ Παγκοσμίου Πολέμου πραγματοποιούνταν μόνο έργα συντήρησης και η διευθέτηση συνεχίστηκε τη δεκαετία του 1950.

Οι αρχικές μελέτες για την διευθέτηση του ποταμού, προέβλεπαν:

– κάλυψη της κοίτης του από τον Κλάδο Ζωγράφου ως το Παναθηναϊκό Στάδιο και
– χωρίς κάλυψη το κομμάτι της κοίτης από το Στάδιο ως τη συμβολή του με τον Κηφισό.

Ωστόσο η ανάγκη της πόλης για μεταφορικά συστήματα οδήγησε σταδιακά στην κάλυψη και των αρχικά ανοιχτών διατομών. Τελικά η κοίτη καλύφθηκε από οδικούς άξονες μέχρι και τη γέφυρα της οδού Χαροκόπου στην Καλλιθέα, με μοναδική εξαίρεση ένα μικρό τμήμα κοντά στην εκκλησία της Αγίας Φωτεινής, μεταξύ του Σταδίου και της γέφυρας της οδού Αναπαύσεως (σημερινή διασταύρωση Αθ. Διάκου και Αρδηττού), το οποίο χαρακτηρίστηκε «ιερό» λόγω των πολλών αρχαιολογικών ευρημάτων.

Πλάγια κείμενα:
– Παπαδάκης Μ., Ιλισός το ιερό του άστεως ποτάμι που εξαφανίστηκε, ΤΕΕ, Αθήνα 1997
– Εκεί που άλλοτε κυλούσε ο Ιλισός, Μουντανέα Κυριακή, 2015

Ο Ιλισσός στην Αθήνα του σήμερα

Ο Ιλισσός σήμερα υπάρχει και κυλάει υπόγεια. Κλείνουμε το άρθρο μας με την ψηφιακή του αποτύπωση στην επιφάνεια της σύγχρονης πόλης των Αθηνών και με την ευχή όπως είπαμε και στην εισαγωγή να τον δούμε στο φως κάποτε.

Κείμενο – Έρευνα – γεωαναφορές – φωτοερμηνεία:

Θεοδοσόπουλος Δημήτρης, Αγρονόμος Τοπογράφος Μηχανικός Ε.Μ.Π.
Κόκκινος 
Θησέας , Αγρονόμος Τοπογράφος Μηχανικός Ε.Μ.Π.

Το Άρθρο είναι αναδημοσίευση από την Γεωμυθική

 

 

  • 140 Προβολές
ioanna

ioanna

Σχετικά Άρθρα

Τελευταία Άρθρα

Κανένα προϊόν στο καλάθι σας.

,,,,,,,,,